PostHeaderIcon Τέχνη και Ποίησις: Άνεμος του Νοεμβρίου

Τέχνη και Ποίησις: Άνεμος του Νοεμβρίου: Τώρα όμως βράδιασε. Ας κλείσουμε την πόρτα κι ας κατεβάσουμε τις κουρτίνες γιατί ήρθε ο καιρός των απολογισμών. Τι κάναμε στη ζωή μας; ...

PostHeaderIcon Τσαρλς Μπουκόφσκι, Charles Bukowski (1920-1994)



"Οι σάλπιγγες αναγγέλλουν κρεμάλες, / κι ασήμαντα ανθρωπάκια εξαγγέλλουν / όσα δεν θα μπορέσουν να κάνουν ποτέ"



Άνδρας και γυναίκα στο κρεβάτι στις 10 μμ

Νιώθω σαν κόνσερβα με σαρδέλες, είπε.
Νιώθω σαν έμπλαστρο, είπα.
Νιώθω σαν σάντουιτς με τόνο, είπε.
Νιώθω σαν τομάτα κομμένη σε φέτες, είπα.
Νιώθω σαν νά’ρχεται βροχή, είπε.
Νιώθω σαν να σταμάτησε το ρολόι, είπα.
Νιώθω σαν η πόρτα νά’ναι ξεκλείδωτη, είπε.
Νιώθω σαν ένας ελέφαντας να μπαίνει μέσα, είπα.
Νιώθω σαν να πρέπει να πληρώσουμε το νοίκι, είπε.
Νιώθω σαν να πρέπει να βρούμε καμιά δουλειά, είπα.
Νιώθω σαν να πρέπει να βρεις καμιά δουλειά, είπε.
Νιώθω σαν να μη θέλω να δουλέψω, είπα.
Νιώθω σαν να μη νοιάζεσαι για μένα, είπε.
Νιώθω σαν να πρέπει να κάνουμε έρωτα, είπα.
Νιώθω σαν να παρακάνουμε έρωτα, είπε.
Νιώθω σαν να πρέπει να κάνουμε περισσότερο έρωτα, είπα.
Νιώθω σαν να πρέπει να βρεις καμιά δουλειά, είπε.
Νιώθω σαν να πρέπει να βρεις καμιά δουλειά, είπα.
Νιώθω σαν να θέλω ένα ποτό, είπε.
Νιώθω σαν να θέλω λίγο ουίσκι, είπα.
Νιώθω σαν να καταλήγουμε σε κρασί, είπε.
Νιώθω σαν να’χεις δίκιο, είπα.
Νιώθω σαν να παραδίνομαι, είπε.
Νιώθω σαν να χρειάζομαι ένα μπάνιο, είπα.
Νιώθω σαν να χρειάζεσαι ένα μπάνιο, είπε.
Νιώθω σαν να πρέπει να σαπουνίσεις την πλάτη μου, είπα.
Νιώθω σαν να μην μ’αγαπάς, είπε.
Νιώθω σαν να σ’αγαπώ, είπα.
Νιώθω αυτό το πράγμα μέσα μου τώρα, είπε.
Νιώθω αυτό το πράγμα μέσα σου κι εγώ, είπα.
Νιώθω σαν να σ’αγαπώ τώρα, είπε.
Νιώθω σαν να σ’αγαπώ εγώ πιο πολύ απ’ό,τι εσύ εμένα, είπα.
Νιώθω υπέροχα, είπε. Νιώθω σαν να θέλω να ουρλιάξω.
Νιώθω σαν να θέλω να συνεχίσω για πάντα, είπα.
Νιώθω σαν να μπορείς, είπε.
Νιώθω, είπα.
Νιώθω, είπε.


ηλιοβασίλεμα

κανείς δε λυπάται που φεύγω
ούτε ακόμα κι εγώ
όμως θα πρέπει να υπάρξει κάποιος τροβαδούρος
ή τουλάχιστον ένα ποτήρι κρασί.

ενοχλεί πιστεύω τους νεώτερους κυρίως•
ένας μη βίαιος, αργός θάνατος,
κι όμως κάνει τον κάθε άνθρωπο να ονειρεύεται•
εύχεσαι να υπήρχε ένα παλιό καράβι
με πανιά άσπρα απ’ τ΄αλάτι
και η θάλασσα να σκορπά υπαινιγμούς αθανασίας.

θάλασσα στη μύτη
θάλασσα στα μαλλιά
θάλασσα στο μεδούλι, στα μάτια
και ναι, εκεί στο στήθος

θα μας λείψει άραγε
η αγάπη της γυναίκας, η μουσική, το φαγητό,
ή το χοροπήδημα του μεγάλου μειώδους αλόγου
να κλωτσά λάσπη και πεπρωμένα
ψηλά και μακριά
σε μια μόνο στιγμή
την ώρα της δύσης;

όμως τώρα είναι η σειρά μου
και δεν υπάρχει τίποτα το μεγαλειώδες σ’αυτό
γιατί δεν υπήρχε τίποτα το μεγαλειώδες
πιο πριν

και σε κανένα μας, όπως τα σκουλήκια
που τα’χουν απομακρύνει απ’ το μήλο,
δεν του αξίζει καμιά αναστολή,

ο θάνατος εισέρχεται στο στόμα μου
και σα φίδι τυλίγεται στα δόντια μου
κι αναρωτιέμαι εάν με τρομάζει
ο σιωπηλός αλύπητος θάνατος
που μοιάζει με τριαντάφυλλο
που ξεραίνεται.




παρακαλώ

μες στη νύχτα τώρα να σκεφτόμαστε τα χρόνια και τις
γυναίκες που έφυγαν και χάθηκαν για πάντα
και να μη μας νοιάζει για τις γυναίκες που έφυγαν, και να μη μας νοιάζει καν για τα χρόνια
που χάθηκαν για πάντα
να μπορούσαμε
μόνο να βρούμε λίγη γαλήνη τώρα ένα χρόνο γαλήνης, ένα μήνα
γαλήνης, μια βδομάδα γαλήνης
όχι γαλήνη για τον κόσμο μόνο λίγη εγωιστική γαλήνη
για μένα
για να ξαπλώσω μέσα της σαν σε πράσινο ζεστό
νερό, μόνο λίγη, μόνο μια ώρα, λίγη
γαλήνη, ναι, μες στη νύχτα μες στη νύχτα καθώς σκεφτόμαστε
τα χρόνια που χάθηκαν και τις γυναίκες που έφυγαν μέσα σ' αυτή τη νύχτα
μέσα σ' αυτή την πολύ μακριά
σκοτεινή και μοναχική
νύχτα.


Η Χαμογελαστή Καρδιά

η ζωή σου είναι η δικιά σου ζωή
μην την αφήνεις να ενωθεί σε μια υγρή υποταγή.

να παραφυλάς.

υπάρχουν έξοδοι.

υπάρχει ένα φως κάπου.
μπορεί να μην είναι πολύ φωτεινό αλλά
διώχνει το σκοτάδι.

να παραφυλάς.

οι θεοί θα σου προσφέρουν ευκαιρίες.
να τις μάθεις. 
να τις αρπάξεις.

δεν μπορείς να νικήσεις το θάνατο αλλά
μπορείς να νικήσεις το θάνατο στη ζωή, μερικές φορές.

και όσο πιο συχνά μάθεις να το κάνεις,
τόσο περισσότερο φως θα υπάρχει.

η ζωή σου είναι η δικιά σου ζωή
μάθε τήν όσο την έχεις.

είσαι υπέροχος
οι θεοί περιμένουν να πάρουν μεγάλη ευχαρίστηση
από εσένα.
 
 
 
 
 
 
 

PostHeaderIcon Γιώργος Σαραντάρης - Της Ύπαρξης -



Της Ύπαρξης


Ὕπαρξη,
Δῶρο στὴν ἁγνή μας οὐσία
Γέλιο ποὺ χαράζει
Τὴν παντοτινὴ νύχτα
Πάνω στὶς λεῦκες
Ἀπαράτησε τὸ στεφάνι σου


Φέρε στὸ κοιμισμένο δάσος
Τὸ θρόισμα τοῦ ὀνείρου,
Ποὺ ἐμᾶς τοὺς σιωπηλοὺς
Ἐξύπνησε

Γιώργος Σαραντάρης


PostHeaderIcon Ποίηση -Γιώργος Σαραντάρης (1908-1941)



“Δεν έχω γνωρίσει, θα ‘θελα να το διακηρύξω, μορφή
πνευματικού ανθρώπου αγνότερη από τη δική του.”
(Οδυσσέας  Ελύτης για τον Γιώργο Σαραντάρη )






Άλλοτε η θάλασσα..
 
Άλλοτε ἡ θάλασσα μας είχε σηκώσει στα φτερά της
Μαζί της κατεβαίναμε στον ύπνο
Μαζί της ψαρεύαμε τα πουλιὰ στον αγέρα
Τις ημέρες κολυμπούσαμε μέσα στις φωνὲς και τα χρώματα
Τα βράδια ξαπλώναμε κάτω απ᾿ τα δέντρα και τα σύννεφα
Τις νύχτες ξυπνούσαμε για να τραγουδήσουμε
Ήταν τότε ο καιρὸς τρικυμία χαλασμὸς κόσμου
Και μονάχα ύστερα ησυχία
Αλλὰ εμείς πηγαίναμε χωρὶς να μας εμποδίζει κανεὶς
Να σκορπάμε και να παίρνουμε χαρὰ
Απὸ τους βράχους ως τα βουνὰ μας οδηγούσε ο Γαλαξίας
Και όταν έλειπε η θάλασσα ήταν κοντὰ ο Θεός.



Ψυχή

Συνείδηση φανέρωμα συγκίνησης
περιπαίζεις την ύπαρξη
Οι αγάπες του χρόνου
συχνάζουν τα τοπία σου
τρέμεις στα φύλλα του είναι
γεμίζεις το σύμπαν
δεν ξέρεις φυγὴ
ποθείς ταξίδια
Στις πλάτες σου φτερουγίζει ο κόσμος
φώς σε λούζει ο ήλιος.



PostHeaderIcon Ποίηση /Γιώργος Σαραντάρης

Όνειρο

Σαν άσπρο σύννεφο
η σκιά σου σκεπάζει τον ύπνο
που σ' ένα δυσεύρετο παράδεισο κοιμάμαι
ακούω πώς τραγουδάς κάτω απ' τον ήλιο,
μα μες στη φωνή σου λιγώνω
και δε βλέπω τον ουρανό.








Έχω δει τον ουρανό....

Έχω δει τον ουρανό με τα μάτια μου
Με τα μάτια μου άνοιξα τα μάτια του
Με τη γλώσσα μου μίλησε
Γίναμε αδελφοί και κουβεντιάσαμε
Στρώσαμε τραπέζι και δειπνήσαμε
Σαν να ήταν ο καιρός όλος μπροστά μας

Και θυμάμαι τον ήλιο που γελούσε

Που γελούσε και δάκρυζε Θυμάμαι






PostHeaderIcon Ν. Βαλαωρίτης (Το χρονικό της αναδάσωσης & Το χτύπημα )



Το χρονικό της αναδάσωσης

Η αναδάσωση συνεχίζεται
Με γοργό ρυθμό φτάνει
Απρόοπτα σε παροξυσμό
Δέντρα πετάγονται παντού

Τρυπάνε του σπιτιού την οροφή
Και συνεχίζουν την ανοδική
Πορεία τους προς τον ουρανό
Ωσπου να φτάσουνε στην πύλη

Της παντοδυναμίας - εκεί
Σταματάνε για να καθορίσουν
Τι θα πούνε το καθένα
Στον Κύριο των Μεγάλων

Αρχαγγελικών Δυνάμεων
Που τα ηνία της γης κρατούσε
Στα δάχτυλά του ανάμεσα
Γεμάτα αχάτες κι αμεθύστους

Επίμετρο

Δεν ξέρουμε τι είπανε στον Κύριο
Τα δέντρα αυτά - τα λόγια τους
Τα πήρε και τα εισέπνευσε
Κι έβγαλε ένα Αχ τι ωραία

Πώς μ' οξειδώνει τ' οξυγόνο σας
Και μου αναζωογονεί το μένος
Να σφάξω και να καταστρέψω
Να κάψω και να εξολοθρέψω

                                 -Νάνος Βαλαωρίτης-







Το χτύπημα

Το χτύπημα στην πόρτα
προκαλούσε πανικό
ο χτύπος της καρδιάς
στην βαρυχειμωνιά

χτυπήματα του βούρδουλα
στη ράχη του τιμωρημένου
το χτύπημα του χάρακα
σε χέρι ανοιγμένο

στου Πάσχα τη γιορτή
χτυπούσαν οι καμπάνες
δράματα και τραγωδίες
στα πέτρινα καθίσματα

περιμέναμε απάντηση
από κάποιον τηλεφωνικώς
μα στη σκηνή ξεχάσαμε
ποια ήταν η ερώτηση

ποιος είσαι κι από πού
πώς λέγεσαι επισήμως
πώς σε φωνάζουν οι δικοί σου
τι δηλώνεις στην αστυνομία

βγήκαμε στις λεωφόρους
σε πορείες διαμαρτυρίας
με συνθήματα αυτοδυναμίας
για την κοσμοθεωρία μας

πέσαμε άδικα μαχόμενοι
χτυπημένοι κατακέφαλα
από σύγκρουση μετωπική
με εγχειρίδιο ιστορίας

                 
                            -Νάνος Βαλαωρίτης-



PostHeaderIcon Κ. Καβάφης "ΤΕΛΕΙΩΜΕΝΑ"

ΤΕΛΕΙΩΜΕΝΑ

Μέσα στον φόβο και στις υποψίες,

με ταραγμένο νου και τρομαγμένα μάτια,

λιώνουμε και σχεδιάζουμε το πώς να κάμουμε

για ν' αποφύγουμε τον βέβαιο

τον κίνδυνο που έτσι φρικτά μας απειλεί.

Κι όμως λανθάνουμε, δεν είν' αυτός στον δρόμο

ψεύτικα ήσαν τα μηνύματα
(ή δεν τ' ακούσαμε, ή δεν τα νοιώσαμε καλά).

Άλλη καταστροφή, που δεν την φανταζόμεθαν,

εξαφνική, ραγδαία πέφτει επάνω μας,

κι ανέτοιμους-πού πια καιρός-μας συνεπαίρνει.


         Κωνσταντίνος Π. Καβάφης   (ποιήματα)















PostHeaderIcon Φερνάρντο Πεσσόα(Fernando Pessoa) ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ

 ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ

 Ένα ποίημα από το αφιέρωμα που έκανε 

στον ποιητή το Tέχνη & Ποίησις

Φερνάρντο Πεσσόα, Fernando Pessoa (1888-1935)


 Η λογοτεχνία, όπως κάθε είδος τέχνης, είναι η ομολογία ότι η ζωή δεν αρκεί.

ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ

Πάρε με, αιώνια νύχτα, στα χέρια σου
Και πες με γιο σου.

Εγώ είμαι βασιλιάς
Που με τη θέλησή μου εγκατέλειψα
Το θρόνο των κόπων και των ονείρων.

Το σπαθί μου, βαρύ για χέρια άτονα,
Σε χέρια ήρεμα παρέδωσα κι αντρίκεια
Και την κορόνα και την εξουσία μου τα άφησα
Κομμάτια στον προθάλαμο.

Την πανοπλία μου, την τόσο άχρηστη,
Και τα σπιρούνια μου με τον ασήμαντο κουδουνισμό,
Στην κρύα σκάλα πέταξα.

Εγκατέλειψα το βασιλικό αξίωμα, ψυχή τε και σώματι.
Και γύρισα στην αρχαία, γαλήνια νύχτα
Όπως το τοπίο για να πεθάνει το ξημέρωμα.


















PostHeaderIcon Τάκης Βαρβιτσιώτης(1916 - 1/2/ 2011)


 Είναι η ώρα

Είναι η ώρα που κλείνουν τα παράθυρα
Που η μικρή κόρη της σελήνης
Περνάει ανάμεσα από το φεγγίτη
Πάνω στα νερά της μουσικής

Είναι η ώρα που ένα αόρατο σπαθί
Πλανιέται πάνω από τα χείλη μας
Και δυναμώνει η λάμψη των φιλιών
Που η μαύρη νύχτα ξεπετιέται από τ' αρμάρια
Και βουλιάζουν οι στέγες κάτω από την πάχνη των πουλιών

Είναι η ώρα που κυλάει μέσα στις φλέβες μας
Το αίμα όλων των αγαπημένων μας νεκρών
Και που ευωδιάζουν τα λείψανα σαν άνθη πορτοκαλιάς
Που αποτυπώνεται πάνω στα τζάμια
Η κίτρινη κόμη της λησμονιάς


Από τη συλλογή Η ατραπός (1984)


Ομορφιά δίχως πρόσωπο

Σ' εσένα που ήρθες
Απ' έναν κόσμο που δεν γνωρίζω
(Μοναδικό άσυλο της λησμονιάς)

Που ο άνεμος σμιλεύει
Στοχαστικά την κατατομή σου

Κι ο χρόνος απομακρύνεται
Τρομαγμένος
Δίχως ν' αγγίζει την όψη σου

Σ' εσένα που είσαι
Ένα κομμάτι νύχτας
Μες στη μοναξιά του κόσμου
Σχεδιάζοντας μεθυσμένα αστέρια
Και πετάγματα πουλιών

Αδιαπέραστη ιδεατή
Λυπημένη
Σαν ένα σύννεφο που βουλιάζει στα έλη

Φάντασμα της ομίχλης
Που σιγοπερπατεί

Τρέχω χαρούμενος
Να σε προϋπαντήσω

Να σε ξαναγεννήσω
Κάτω απ' τον ήλιο
Πιο αληθινή.

Από τη συλλογή Το πέπλο και το χαμόγελο (1963)



 Επιτάφιος (Θυμούμαι του μόχθου της σποράς την εποχή...)

Θυμούμαι του μόχθου της σποράς την εποχή
Σέρνει το αμαξάκι της η βροχή
Η ομίχλη ανάβει τις λάμπες
Ναυάγια πνιγμένα αστέρια
Μες στις καμπάνες θαμμένοι αποχαιρετισμοί

Μα κάπου ένας άνεμος
Αναδεύει τα φρύγανα

Εκείνοι που χλεύασαν το φως
Χάθηκαν κάτω από τη γη

Εκείνες που έκλαιγαν
Νιώθουνε μέσα τους ν' αναρριγεί
Το βλέφαρο της χαραυγής

Κάποια ρωγμή ουρανού
Χείλη κρεμασμένα
Που ονειρεύονται ρυάκια

Ανθίζουν κιόλας οι σταυροί

Τα φωτοστέφανα έκρυψαν
Μέσα στο χιόνι τα δάκρυά τους

Και τι θα πείτε για τις λεμονιές
Και τι θα πείτε για τα πορτοκάλια
Όταν φορέσουνε τα γιορτινά τους τα Χριστούγεννα

Μάγοι κι αρνάκια
Θα ξανασμίξουν τα χνώτα τους
Για να ζεστάνουν το άστρο
Πάντα ίδιο
Και πάντα καινούργιο
Που τώρα κείτεται νεκρό

Από τη συλλογή Επιτάφιος (1951)



 Λέξεις απλές

Λέξεις απλές όπως η φτέρη
Λέξεις εβένινες ή συντεφένιες
Λέξεις ταπεινές
Κοπέλες όμορφες
Που υφαίνουν τις αναμνήσεις μας
Λέξεις που λάμπουν
Κονιορτός από άστρα
Αλληλουχία μαγική
Λέξεις μεταμορφωμένες
Σε πανάρχαιη μουσική

Από τη συλλογή Άτριον (2000)

Μέσα από το φέγγος των λέξεων

Μέσ' απ' το φέγγος των λέξεων
Ή μέσα από ένα πένθος
Που δεν έχει ουρανό
Οι ποιητές μεταναστεύουν
Σε μιαν άλλη σιωπή
Όπου στραφτοκοπούν
Χιλιάδες άσπιλες ψυχές
Χιλιάδες γαμήλια
Δαχτυλίδια

Από τη συλλογή Οι δρόμοι του ουρανού (2006)




 Ερείπια

Το κλειστό βιβλίο
Το λυπημένο βιολί
Ο ραγισμένος άγγελος που αγρυπνεί

Πού είστε παιδικά μου χέρια
Με λησμονήσατε
Μα δεν μπορώ
Δεν έχω πια τα μάτια μου να κλάψω

Η βροχή αποκλείστηκε στον κήπο
Απ' τα κλαδιά των δέντρων κρέμονται
Καρδιές
Μικρά φώτα
Ο ήχος μιας καμπάνας
Η προσευχή

Ακόμα καπνίζουν
Των ημερών τα ερείπια

Από τη συλλογή Φύλλα ύπνου (1949)




T.Bαρβιτσιώτης-wikipedia
 

PostHeaderIcon Σικελιανός, Αντιμέτρημα ψυχής και θανάτου

      John William Waterhouse (1849-1917)

Δεν είν' η στράτα όπου θαμπή το πλήθος έγνοια σφίγγει
πίσω από ξόδι ν' ακολουθά, γραμμή, σαν το μυρμήγκι...


Εδώ κρατάνε αθώρητες το πνεύμα μου κολόνες
διάπλατοι είν' όλοι του καημού, στα σκοτεινά, οι πυλώνες!


Μεγάλα δέντρα, τους αιτούς ψηλά που σταματάνε,
στην γην αυτή που στέκομαι τη ρίζα τους πατάνε.


Βράχος ο κάθε λογισμός στον άλλο απάνω, δίχως μια μάταιη τέχνη, στήνουνε το κοιμητήρι, τείχος


που, στων αιώνων άσωτο τον ποταμό αν κυλήσει, καθώς το σήκωσε η ψυχή το ξαναπαίρνει η φύση!


Σικελιανός
Αντιμέτρημα ψυχής και θανάτου

Άγγελος Σικελιανός (ένα μικρό αφιέρωμα)

ΠΟΙΗΣΗ & ΛΟΓΟΣ

..

Photobucket
Από το Blogger.

..

Photobucket

Recent Posts

Ποίηση & Λόγος

Τέχνη & Ποίησις

DA